Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Τριχινᾶς

«Τὶς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ;». Ποιός, δηλαδή, ἀσθενεῖ καὶ δὲν ἀσθενῶ, δὲν συμπάσχω καὶ ἐγὼ μαζί του; Αὐτὴ τὴν φράση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, δικαιωματικὰ θὰ μποροῦσε νὰ τὴν πεῖ καὶ ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Τριχινᾶς. Διότι ἀφιέρωσε ὅλη του τὴν ζωὴ στὴ διακονία τῶν φτωχῶν καὶ τῶν ἀῤῥώστων. Ὀνομάστηκε Τριχινᾶς, διότι εἶχε τρίχινα φορέματα.

Ἡ ζωή του ἦταν λιτὴ καὶ μὲ πολλὴ ἐγκράτεια, προκειμένου νὰ δίνει ὅσο γινόταν περισσότερα ἀγαθὰ στοὺς πάσχοντες. Τὴ νύχτα ὁ Θεόδωρος πάντα ἔβρισκε χρόνο γιὰ προσευχὴ καὶ μελέτη. Ζοῦσε μέσα σὲ μία κοινωνία στερημένων ἀνθρώπων, ποὺ οἱ ἀνάγκες τους ἦταν μεγάλες.
(Συναξαριακὲς πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ πλουσίους, καὶ ὅτι ἀπὸ πολὺ νέος ἔγινε μοναχὸς στὴ Μονὴ ποὺ ὀνομάστηκε τοῦ Τριχινᾶ).

Γι᾿ αὐτὸ παρακινοῦσε πολλοὺς πλουσίους νὰ διαθέτουν ὅσα ἀγαθὰ μποροῦσαν. Πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς τοῦ ἔδιναν ἀρκετὰ χρήματα καὶ εἴδη πρώτης ἀνάγκης, τὰ ὁποῖα ὁ Θεόδωρος διέθετε μὲ πολλὴ διάκριση. Πρῶτα σ᾿ ἐκείνους ποὺ εἶχαν περισσότερη ἀνάγκη, ὅπως ὀρφανά, φτωχὲς χῆρες καὶ ἀῤῥώστους οἰκογενειάρχες. Εὐεργετοῦσε μέχρι καὶ τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του.

Ἔτσι, ἰσχύει γι᾿ αὐτὸν ὁ λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς, «ἐσκόρπισεν, ἔδωκεν τοῖς πένησιν ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα». Μοίρασε, δηλαδή, καὶ ἔδωσε ἄφθονα στοὺς φτωχούς, καὶ ἡ ἀρετή του ἀπὸ τὶς ἀγαθοεργίες μένει γιὰ πάντα.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Δῶρον ἔνθεον, τῆς ἐγκρατείας, σκεῦος ἔμψυχον, τῆς ἀπαθείας, ἀνεδείχθης θεοφόρε Θεόδωρε· τὸν γὰρ Θεὸν θεραπεύσας τοῖς ἔργοις σου, τῶν παρ’ αὐτοῦ δωρημάτων ἠξίωσαι. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοί Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τό κατ᾽ εἰκόνα· λαβών γάρ τόν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καί πράττων ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διό καί μετά Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὅσιε Θεόδωρε τό πνεῦμά σου.

Κοντάκιον
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Φωτὸς καταστολήν, ἱερῶς ἐξυφαίνων, τριχίνῳ σεαυτόν, περιέστελλες ῥάκει, Θεόδωρε πανόσιε, Παρακλήτου κειμήλιον· ὅθεν χάριτος, ὑπερφυοῦς ἠξιώθης, μύρον εὔοσμον, ἀπὸ τοῦ τάφου βλυστάνων, ψυχῶν καθαρτήριον.

Μεγαλυνάριον
Ράκεσι τριχίνοις σκέπων σαυτόν, τὸ κῴδιον Πάτερ, τῆς νεκρώσεως καὶ φθορᾶς, ἐναπεξεδύθης, καὶ τῆς ἀθανασίας, τὴν χλαῖναν ἐστολίσω, μάκαρ Θεόδωρε.

Οἱ Ἅγιοι Βίκτωρ, Ζωτικός, Ἀκίνδυνος, Καισάριος, Σεβηριανός, Χριστοφόρος, Ζήνων, Θεωνᾶς καὶ Ἀντωνῖνος

Ὅλοι μαρτύρησαν στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ (284-305), καὶ αἰτία τοῦ ἐνδόξου μαρτυρίου τους, ὁ μεγαλομάρτυς καὶ τροπαιοφόρος Γεώργιος.

Καὶ οἱ μὲν Ἅγιοι Βίκτωρ, Ἀκίνδυνος, Ζωτικός, Ζήνων καὶ Σεθηριανός, ὅταν εἶδαν τὸν Ἅγιο Γεώργιο νὰ μένει ἄθικτος ἐπάνω στὸ βασανιστικὸ ὄργανο τοῦ τροχοῦ, μὲ μία φωνὴ καὶ οἱ πέντε ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ Θεὸ ἀληθινό. Ὁ ἀποκεφαλισμός τους ἦταν ἄμεσος καὶ ἔτσι πῆραν τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Οἱ δὲ Χριστοφόρος, Θεωνᾶς, Καισάριος καὶ Ἀντωνῖνος ἦταν δορυφόροι τοῦ βασιλιᾶ. Ὅταν λοιπὸν καὶ αὐτοὶ εἶδαν τὸν Ἅγιο Γεώργιο, διὰ τῆς προσευχῆς, νὰ ἔχει ἀναστήσει κάποιον νεκρὸ Ἕλληνα, πέταξαν τὰ διάσημα τοῦ ἀξιώματός τους καὶ μπροστὰ στὸ βασιλιὰ καὶ τὸ πλῆθος, ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ Θεὸ ἀληθινό.

Ἡ φυλάκισή τους ἦταν ἄμεση. Μετὰ μερικὲς ἡμέρες ὁδηγήθηκαν μπροστὰ στὸν Διοκλητιανὸ καὶ ἀφοῦ τοὺς κρέμασαν, τοὺς ξέσχισαν καὶ τοὺς ἔκαιγαν μὲ ἀναμμένες λαμπάδες. Τελικὰ τοὺς ἔριξαν μέσα στὸ καμίνι τῆς φωτιᾶς καὶ ἔτσι πῆραν τὸ ἔνδοξο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Ὁ Ἅγιος Ζακχαῖος ὁ Ἀπόστολος

Ἡ Ἱστορία τοῦ Ζακχαίου βρίσκεται στὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο (ιθ´ 10). Εἶναι ὁ γνωστὸς ἀρχιτελώνης τῆς Ἱεριχοῦς, ποὺ ἀνέβηκε στὴ συκομουριὰ (ἐπειδὴ δὲν τὸν εὐνοοῦσε τὸ ὕψος του) γιὰ νὰ δεῖ τὸν διερχόμενο Ἰησοῦ.

Ὁ Κύριος θαύμασε τὴν πίστη του, διέταξε νὰ κατεβεῖ ἀπὸ τὸ δένδρο καὶ νὰ μεταβοῦν μαζὶ στὸ σπίτι του, ἀφοῦ συγχώρησε ὅλα τὰ ἁμαρτήματα ποὺ εἶχε διαπράξει μέχρι ἐκείνη τὴν στιγμή.

Λέγεται ὅτι μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὁ Ζακχαῖος ἀκολούθησε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καὶ χειροτονήθηκε ἀργότερα Ἐπίσκοπος Καισαρείας.

Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος Ἱερομάρτυρας, ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας

Στοὺς Συναξαριστὲς δὲν βρίσκουμε βιογραφικὸ ὑπόμνημα. Πολὺ λίγες πληροφορίες γιὰ τὴν ζωή του ἔχουμε ἀπὸ ἄλλες πηγές. Ὅτι δηλαδὴ ἀσκήτευσε στὸ ὄρος Σινᾶ, στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰῶνα καὶ ἀπὸ τὸ Σινᾶ πῆγε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου ἔγινε ἀποκρισιάριος τῆς Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας.

Ὅταν πέθανε ὁ ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας Δόμνος, λαὸς καὶ κλῆρος τὸν ἀνέβασαν στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο Ἀντιοχείας (559). Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστῖνος, μὲ πρόφαση ὅτι δῆθεν κατασπατάλησε τὴν ἐκκλησιαστικὴ περιουσία, τὸν ἐξόρισε τὸ 570 στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου παρέμεινε μελετῶντας καὶ συγγράφοντας μέχρι τὸ 593, ὅταν ἐπανῆλθε στὸν θρόνο του, καὶ πέθανε κατὰ τὸ 599.

Τώρα ὅσον ἀφορᾶ τὸ τέλος του, ποὺ οἱ Συναξαριστὲς σημειώνουν μαρτυρικό, ὅτι δηλαδὴ μαρτύρησε διὰ ξίφους, θετικὲς πληροφορίες δὲν ἔχουμε.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Παλαιολαυρίτης

Μέσα στὴν οἰκογένειά του φύλαξε ὅλες τὶς ἀρετές, ποὺ ἡ Ἅγια Γραφὴ παραγγέλει στὰ παιδιά. Τίμησε τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα του, ὑπάκουσε στὰ θελήματά τους, ἔδειξε σ᾿ αὐτοὺς τὴν μεγαλύτερη τρυφερὴ στοργή, πρόθυμος στὸ νὰ προλαβαίνει τὶς ἐπιθυμίες τους, τύπος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀλληλοβοήθειας μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀδελφῶν του.

Ἀργότερα γύρισε πολλοὺς τόπους, προσπαθῶντας νὰ καταρτίζει τὸν ἑαυτό του πνευματικότερα καὶ κατατάχθηκε στὸ μοναχικὸ βίο. Καὶ ἐδῶ, τήρησε μὲ ἀκρίβεια τὶς ὑποχρεώσεις τοῦ σχήματός του. Κατόπιν ἱερὸς πόθος τὸν ἔφερε στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου προσκύνησε τοὺς Ἁγίους Τόπους.

Τελευταία τὸν δέχτηκε ἡ μονὴ τοῦ ὁσίου Χαρίτωνα, καὶ αὐτὴ εἶδε τοὺς μεγάλους πνευματικοὺς ἀγῶνες του. Ἔφυγε ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ πρὸς τὸν Κύριο, γεμάτος πίστη καὶ ἐλπίδα, ἀφοῦ χρησιμοποίησε τὴν ζωή του γιὰ τὴν δόξα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν του.

Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος κτήτωρ Μονῆς Μετεώρου

Γεννήθηκε στὴ Νέα Πάτρα τῆς Πελοποννήσου τὸ 1305 ἀπὸ γονεῖς ἐπιφανεῖς καὶ πλούσιους. Μικρὸς ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα καὶ παραδόθηκε στὴν ἐπιμέλεια τοῦ θείου του. Ἀλλ᾿ ὅταν κατέλαβαν τὴν πατρίδα του οἱ ξένοι, ἀναχώρησε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου γνώρισε τοὺς διάσημους τότε ἀσκητὲς Γρηγόριο τὸν Σιναΐτη τὸν ἡσυχαστή, Ἰσίδωρο τὸν Θεσσαλονικέα, τὸν ὕστερα Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, καὶ ἄλλους ὁσίους ἄνδρες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους διδάχθηκε τὴν ὑψηλὴ ἀσκητικὴ ζωή.

Ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε καὶ ἄλλους τόπους, κατέφυγε στοὺς Σταγούς.  Ἐκεῖ ἐπάνω στὰ πανύψηλα βράχια καὶ συγκεκριμένα ἐπάνω σὲ μία πέτρα τὴν λεγόμενη Στῦλο, κατοίκησε μὲ δυὸ μαθητές του καὶ ἔκτισε ναό. Τὴν πέτρα ἐκείνη ὀνόμασε Μετέωρο.

Ἐπειδὴ ὅμως οἱ προσερχόμενοι γιὰ ἄσκηση πολλαπλασιάθσηκαν, ἵδρυσε κοινόβιο μὲ Ναὸ στὸ ὄνομα τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Σωτῆρα Χριστοῦ. Ἐκεῖ λοιπὸν πέρασε ἀσκητικὰ τὰ χρόνια του, καὶ ἀφοῦ ἔζησε 78 ἐτῶν, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὸ 1383.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάσαφ συνασκητὴς τοῦ Ὁσ. Ἀθανασίου τοῦ Μετεωρίτη

Γεννήθηκε στὰ μέσα του 14ου αἰῶνα. Πατέρας του ἦταν ὁ δεσπότης τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας Συμεὼν Οὐρέσης (Σερβικῆς καταγωγῆς, ἀλλὰ ἀπὸ Ἑλληνίδα μητέρα). Μητέρα του ἡ Θωμαΐδα, θυγατέρα τοῦ δεσπότη τῆς Ἠπείρου Ἰωάννη Β´ τοῦ Παλαιολόγου.

Ὁ Ὅσιος κατὰ τὴν βάπτισή του, πῆρε τὸ ὄνομα Ἰωάννης καὶ εἶχε μεγάλη κλίση στὴ μοναχικὴ ζωή. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του καὶ κλήθηκε νὰ ἀναλάβει τὸν θρόνο ὁ Ἰωάννης σὰν διάδοχός του, αὐτὸς προτίμησε τὸ μοναχικὸ ῥάσο, παρὰ τὴν βασιλικὴ πορφύρα.

Ἔτσι παραχώρησε τὸν θρόνο στὸν συγγενῆ του Ἀλέξιο Ἄγγελο Φιλανθρωπηνὸ καὶ αὐτὸς ἐκάρη μοναχός με τὸ ὄνομα Ἰωάσαφ, στὴ Μονὴ Μετεώρου ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ἀθανάσιο.

Ἡ πνευματικὴ συνεργασία μεταξὺ τῶν δυὸ ἀνδρῶν ὑπῆρξε ἄριστη καὶ πολὺ οἰκοδομητική. Λόγω ὅμως βαρβαρικῶν ἐπιδρομῶν στὴν περιοχὴ ἐκείνη, ὁ Ἰωάσαφ ἔφυγε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Τὸ 1401 ἐπέστρεψε στὸ Μετέωρο καὶ ἐκεῖ μὲ νηστεία καὶ προσευχὴ τελείωσε τὴν ἐπίγεια ζωή του τὸ 1423.

Ὁ Ἅγιος Γαβριήλ (Πολωνός)

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Γαβριὴλ γεννήθηκε τὸ ἔτος 1684 μ.Χ. στὸ χωριὸ Ζβιέρκϊυ, ποὺ βρίσκεται νότια τῆς πόλεως Μπιαλιστὸκ τῆς ἐπαρχίας Ζαμπλουντόου, κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ γίνονταν διωγμοὶ καὶ διακρίσεις κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς Οὐνίτες στὴν Πολωνία. Ὅταν ὁ Ἅγιος ἦταν σὲ ἡλικία 6 ἐτῶν, ἀπήχθηκε καὶ ὁδηγήθηκε στὴν πόλη Μπιαλιστόκ, ὅπου καὶ μαρτύρησε, τὸ ἔτος 1690, ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅταν τὸν 18ο αἰώνα μ.Χ. οἱ Χριστιανοὶ ἄνοιξαν τὸν τάφο του, βρῆκαν τὸ ἱερὸ λείψανό του ἄφθορο. Τὸ ἅγιο σκήνωμα μεταφέρθηκε στὴν πόλη Μπιαλιστὸκ τῆς Πολωνίας, ὅπου παρέμεινε μέχρι τὸν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ὁπότε μεταφέρθηκε στὴ Ρωσία, στὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Σκέπης τοῦ Γκρόντνο.


Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ρώσου Μητροπολίτου Φιλαρέτου, στὶς 21 Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1992, τὸ ἱερὸ λείψανο μετακομίσθηκε μὲ τιμὲς καὶ εὐλάβεια στὴν πόλη τοῦ Μπιαλιστόκ.

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς Ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Ἡ ἐν Ὀρθοδοξίᾳ Ἡνωμένη Εὐρώπη», τοῦ Γ.Ε. Πιπεράκη, Ἐκδ. «Ἑπτάλοφος», Ἀθῆναι 1997.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος τοῦ Ὄσεβεν, κατὰ κόσμον Ἀλέξιος, γεννήθηκε στὶς 17 Μαρτίου 1427 στὴν περιοχὴ Βυζεοζέρο τῆς Ρωσίας ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τοῦ Νικηφόρου καὶ τῆς Φωτεινῆς Ὄσεβεν.

Ὁ Ἀλέξιος ἦταν τὸ τελευταῖο ἀπὸ τὰ πέντε παιδιὰ καὶ ἦλθε στὸν κόσμο χάρη στὶς διακαεῖς προσευχὲς τῶν γονέων του. Ἡ Παναγία Παρθένος καὶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος τῆς Λευκῆς Λίμνης εἶχαν ἐμφανιστεῖ στὴν μητέρα του καὶ τῆς εἶχαν ὑποσχεθεῖ τὴν γέννηση ἑνὸς παιδιοῦ. Ἂν καὶ ὁ Ἀλέξιος ἦταν ὁ μικρότερος υἱός, οἱ γονεῖς του ἤλπιζαν ὅτι αὐτὸς θὰ τοὺς συμπαραστεκόταν στὰ γηρατειά τους. Φθάνοντας στὴν ἐφηβεία ὁ Ἀλέξιος ἔμαθε νὰ διαβάζει καὶ νὰ γράφει, προετοιμαζόμενος νὰ γίνει ἕνας πολυμήχανος κτηματίας. Σὲ ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν οἱ γονεῖς του ἐπιχείρησαν νὰ τὸν παντρέψουν, διαλέγοντας μία πλούσια ὑποψήφια σύζυγο, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξιος ἀπέσπασε τὴν ὑπόσχεσή τους νὰ πάει νὰ προσευχηθεῖ στὸ μονασήῆρι τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου πρὶν νυμφευθεῖ. Ἐκεῖ πλέον ἔμεινε.

Ἔχοντας παρατηρήσει τὴν ταπείνωση τοῦ νεαροῦ δόκιμου, ὁ ἡγούμενος τοῦ πρότεινε νὰ γίνει μοναχός. Ὁ Ἀλέξιος ὅμως ἀρνήθηκε, θέλοντας προηγουμένως νὰ δοκιμάσει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι ἔζησε ἕξι χρόνια σὲ ὑπακοὴ καὶ σὲ διακονία τῆς μοναστικῆς κοινότητας, μελετώντας τὶς Γραφὲς καὶ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν μακρὰ περίοδο ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἀλέξανδρος.

Στὸ μεταξὺ οἱ γονεῖς του εἶχαν μεταφερθεῖ στὸ χωριὸ τοῦ Βολόσοβο, τριάντα χιλιόμετρα μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη Καργκοπόλ, στὰ περίχωρα τοῦ ποταμοῦ Ὀνέγκα. Ὁ πατέρας τοῦ Ὁσίου, Νικηφόρος, μὲ τὴν ἄδεια τοῦ ἄρχοντος τοῦ Νόβγκοροντ Ἰωάννου, εἶχε ἱδρύσει στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Κουργιούγκα ἕνα χωριό, τὸ ὁποῖο στὴ συνέχεια ὀνόμασε Ὄσεβεν.

Ὁ μοναχὸς Ἀλέξανδρος ζήτησε ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τὴν ἄδεια νὰ συναντήσει τοὺς γονεῖς του, ἐπιθυμώντας νὰ τοὺς ζητήσει τὴν συγχώρεση καὶ τὴν εὐλογία τους γιὰ τὸν ἀναχωρητικὸ βίο ποὺ ἐπέλεξε. Ὁ ἡγούμενος δὲν ἔδωσε ἀμέσως τὴν ἄδεια στὸ νεαρὸ μοναχό, ἐπισημαίνοντάς του τοὺς κινδύνους τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος ζήτησε νὰ τὸν ἀφήσει νὰ φύγει. Φοβόταν πράγματι μήπως ἐκπέσει στὴν ἁμαρτία τῆς ἀλαζονείας, ἀφοῦ ἤδη ἀπελάμβανε φήμη ἀσκητοῦ ἀνάμεσα στοὺς ἀδελφούς. Τελικὰ ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἔλαβε τὴν εὐλογία.

Εὐτυχισμένος ἀπὸ τὴν συνάντηση μὲ τὸν υἱό του, ὁ πατέρας του Νικηφόρος τοῦ πρότεινε νὰ ἐγκατασταθεῖ κατὰ μῆκος τοῦ ποταμοῦ Κουργιούγκα καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε νὰ τὸν βοηθήσει στὴν κατασκευὴ μιᾶς μονῆς μέσα στὴν ἔρημο. Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος δέχθηκε καὶ ἔστησε σὲ ἕνα τόπο σταυρὸ ὡς σημεῖο ἱδρύσεως τοῦ μελλοντικοῦ μοναστηριοῦ καὶ ὑποσχέθηκε νὰ παραμείνει σὲ αὐτὸ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.

Ὅμως ἐπέστρεψε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, ὅπου διακόνησε γιὰ λίγο καιρὸ στὴν κουζίνα, στὸ ἀρτοποιεῖο καὶ στὴ χορωδία, ἐνῷ στὴν συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος. Τότε ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος πῆγε στὸν ἡγούμενο καὶ τοῦ διηγήθηκε ὅτι τρεῖς φορὲς εἶχε ἀκούσει μία μυστηριώδη φωνὴ ποὺ τὸν καλοῦσε νὰ χτίσει ἕνα μοναστήρι καὶ ὅτι εἶχε ὑποσχεθεῖ νὰ ζήσει σὲ αὐτὸ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Ὁ ἡγούμενος τὸν ἄφησε νὰ φύγει, ἀφοῦ τὸν εὐλόγησε μὲ τὶς εἰκόνες τὶς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας καὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος καθαγίασε τὸν τόπο μὲ τὴν εὐλογία τῶν εἰκόνων, ἄφησε τὸν πατέρα του νὰ ἐπιβλέπει τὶς ἐργασίες οἰκοδομήσεως τοῦ ναοῦ καὶ πῆγε στὸν Ἐπίσκοπο τοῦ Νόβγκοροντ (1459 – 1470), ἀπὸ τὸν ὁποῖο χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ τοποθετήθηκε ἡγούμενος τοῦ νέου μοναστηριοῦ.

Οἱ ἰδιοκτῆτες τῶν γειτονικῶν κτημάτων ἦταν πρόθυμοι νὰ δωρίσουν στὸ μοναστήρι ὅλα τὰ ὅμορα κτήματα, ἀλλὰ ὁ Ὅσιος δέχθηκε μόνο τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς κοινότητος. Ὅταν περατώθηκε ὁ ναός, καθαγιάσθηκε πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, γύρω ἀπὸ τὸν Ὅσιο συγκεντρώθηκε μία κοινότητα μοναχῶν. Ὁ Ὅσιος εἰσήγαγε αὐστηροὺς κανόνες μοναστικῆς βιοτῆς καὶ πολιτείας, ποὺ συμπεριελάμβαναν ἀπόλυτη ἡσυχία στὸ ναό, στὴν τράπεζα καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀναγνώσεως τῶν Βίων τῶν Ἁγίων. Ἀπαγόρευαν ἐπίσης, νὰ μένει κάποιος στὸ κελλί του δίχως νὰ κάνει τίποτα καὶ καθόριζαν τὴν ἀνάγνωση Ψαλμῶν καὶ τὴ συνεχὴ ἐπανάληψη τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐκτελέσεως τῶν διακονημάτων.

«Ἀδελφοί», ἔλεγε συχνὰ ὁ Ὅσιος στοὺς μοναχούς του, «μὴν ἀφήνετε νὰ σᾶς τρομάζουν οἱ δυσκολίες καὶ οἱ κόποι τῆς ἐρήμου. Ἐσεῖς γνωρίζετε ὅτι ὁ δρόμος γιὰ νὰ εἰσέλθετε στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν διέρχεται μέσα ἀπὸ ἀγῶνες. Ἐνισχύσατε τὴν ἀμοιβαία ἀγάπη καὶ τὴν ταπείνωση. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ ἀγαπᾶ τοὺς ταπεινούς».

Ὅμως οἱ ἀσκητικοὶ ἀγῶνες κλόνισαν τὴν ὑγεία τοῦ Ὁσίου. Ὅταν ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἀρρώστησε, ἐπικαλέσθηκε τὸν Ἅγιο Κύριλλο, τὸν προστάτη του. Αὐτὸς τοῦ παρουσιάσθηκε μὲ λευκὸ ἔνδυμα καὶ ἀφοῦ τὸν σταύρωσε τοῦ εἶπε: «Μὴ θλίβεσαι ἀδελφέ, ἐγὼ θὰ προσευχηθῶ γιὰ σένα καὶ ἡ ὑγεία σου θὰ ἀποκατασταθεῖ. Ἀλλὰ μὴν ἀθετεῖς τὴν ὑπόσχεσή σου, μὴν ἐγκαταλείπεις τὸ μοναστήρι. Ἐγὼ θὰ σὲ βοηθήσω». Ξυπνώντας ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος διαπίστωσε ὅτι εἶχε θεραπευθεῖ. Τὸ ἑπόμενο πρωινό, ἔλαβε μέρος στὴ Θεία Λειτουργία καὶ στὸ τέλος διηγήθηκε στὴν κοινότητα τῶν μοναχῶν τὴ θαυματουργικὴ ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἔζησε ἀκόμα εἴκοσι ἑπτὰ χρόνια στὸ μοναστήρι ποὺ ἵδρυσε καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1479.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου τὸ μοναστήρι ἄρχισε νὰ παρακμάζει, παρόλο ποὺ ὁ Ὅσιος δὲν ἔπαψε νὰ τὸ προστατεύει. Μία ἡμέρα ἕνας ὑπηρέτης τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ Μᾶρκος, εἶδε στὸν ὕπνο του ἕνα ὅραμα: τὸ μοναστήρι ἔσφυζε ἀπὸ ζωή. Ἕνας στάρετς μὲ ἄσπρα μαλλιά, ποὺ ἦταν Ἐπίσκοπος, εὐλογοῦσε μὲ ἕνα σταυρὸ ὅσους ἐργάζονταν σὲ μία κατασκευή.

Ἕνας ἄλλος στάρετς μὲ μακριὰ γενειάδα ράντιζε μὲ ἁγιασμὸ καὶ ἕνας τρίτος, μετρίου ἀναστήματος καὶ μὲ μαλλιὰ ἀνοιχτὰ καστανά, θυμιάτιζε. Τοὺς παρακολουθοῦσε ἀπὸ μακριὰ ἕνας τέταρτος στάρετς νεαρῆς ἡλικίας. Ὁ τρίτος ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος, ποὺ ἐξήγησε ὅτι οἱ στάρετς ποὺ βοηθοῦσαν, ἦταν ὁ Ἅγιος Νικόλαος καὶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος, ἐνῷ ὁ νεαρὸς ποὺ στεκόταν χωριστὰ ἦταν ὁ σκευοφύλακας τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ Μάξιμος, ποὺ πρὶν λίγο χρονικὸ διάστημα εἶχε γίνει μοναχὸς καὶ ὁ ὁποῖος στὴν συνέχεια, μετὰ ἀπὸ προφητεία τοῦ Ὁσίου Ἀλεξάνδρου, θὰ γινόταν ἡγούμενος μέχρι τὸ ἔτος 1525 καὶ θὰ καλλιεργοῦσε στὸ μοναστήρι τὴν παλαιά του πνευματικότητα.

Μετακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Νικολάου Ἐπισκόπου Ἀχρίδος καὶ Ζίτσης

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἐπισκόπου Ἀχρίδος καὶ Ζίτσης τιμᾶται τὴν 5η Μαρτίου. Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς μετακομιδῆς.

Ὁ Ἅγιος Θεοτιμος Ἐπίσκοπος Ρουμανίας

Ὁ Ἅγιος Θεοτιμος ἦταν Ἐπίσκοπος Τόμεως ἢ Τόμων τῆς Μικρᾶς Σκυθίας κατὰ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ. Οἱ περὶ τὸν Δούναβη κατοικοῦντες βάρβαροι Οὗννοι, θαυμάζοντας τὴν ἀρετὴ τοῦ Ἁγίου, τὸν ὀνόμαζαν θεὸ τῶν Ρωμαίων.

Ὁ Ἅγιος, κατὰ τὸν Ἅγιο Ἱερώνυμο, συνέγραψε σὲ διαλόγους «Ὁμιλίας βραχείας καὶ κομματικᾶς», τῶν ὁποίων ἀποσπάσματα σώζονται στὰ Παράλληλά του Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.

Ὁ Ἅγιος Θεοτιμος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 407 μ.Χ.