Οἱ Ὅσιοι (44 κατὰ τὴν παράδοση) ἀναιρεθέντες Ἀββάδες τῆς Μονῆς Ἁγίου Σάββα

 

Ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα βρίσκεται στὴν Ἱερουσαλήμ. Στὰ χρόνια του Ἡρακλείου (620-641), ἐπέδραμαν σ᾿ αὐτὴ βάρβαροι Ἄραβες, διότι νόμιζαν ὅτι ἡ Μονὴ εἶχε πολλοὺς θησαυρούς. Ὅμως, διαψεύσθηκαν. Οἱ μοναχοὶ τὸ μόνο πλοῦτο ποὺ εἶχαν, ἦταν οἱ ἀρετές τους. 

Ἡ συντήρησή τους ἦταν λιτὴ καὶ γινόταν μὲ τὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου τους. Οἱ ἐπιδρομεῖς, ὅταν διαπίστωσαν ὅτι δὲν ὑπῆρχαν λάφυρα στὸ μοναστήρι, ἐκνευρίστηκαν πολὺ κατὰ τῶν μοναχῶν. Καὶ ἀφοῦ τοὺς συγκέντρωσαν, τοὺς εἶπαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους στὸ Χριστό. 

Ἐπειδή, ὅμως, κανένας δὲν δέχθηκε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του, ἀποφάσισαν νὰ τοὺς σκοτώσουν. Ἔτσι, ἄλλους ἀποκεφάλισαν, ἄλλους ἔσχισαν στὴ μέση, ἄλλους ἔκοψαν σὲ πολλὰ κομμάτια καὶ ἄλλους κάρφωσαν μὲ τὰ ξίφη τους. Μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο, οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ πατέρες, ποὺ μέχρι τέλους κράτησαν σταθερὴ τὴν πίστη τους, πῆραν τὸ δρόμο γιὰ τὴν αἰωνιότητα, κοντὰ στὸ Χριστό. 

Ἀλλ᾿ αὐτὴ ἡ μεγάλη πίστη τῶν μοναχῶν δίνει ἀφορμὴ νὰ θυμηθοῦμε τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅτι «ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται», ὁ δίκαιος, δηλαδή, θὰ ζήσει καὶ θὰ σωθεῖ διὰ τῆς πίστεως. (Ἡ μνήμη τῶν ὁσιομαρτύρων αὐτῶν ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 16η Μαΐου).

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ὃ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς τοῦ Σωτῆρος ἁγιόλεκτοι ἄρνες, ἐξωρμημένοι ἐκ χωρῶν διαφόρων, τῇ Ποίμνῃ συνεδράμετε Σάββα τοῦ σοφοῦ· ὅθεν θανατούμενοι, ἀπηνείᾳ βαρβάρων, χαίροντες ἀνήλθετε, πρὸς οὐράνιον μάνδραν, καθάπερ Ὅσιοι καί Ἀθληταί, ἐκδυσωποῦντες, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν. 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος β’.
Ἀθλοφόροι Κυρίου μακαρία ἡ γῆ ἡ πιανθεῖσα τοῖς αἵμασιν ὑμῶν, καὶ ἅγιαι αἱ σκηναὶ αἱ δεξάμεναι τὰ πνεύματα ὑμῶν· ἐν σταδίῳ γὰρ τὸν ἐχθρὸν ἐθριαμβεύσατε, Χριστὸν μετὰ παρρησίας ἐκηρύξατε. Αὐτὸν ὡς ἀγαθὸν ἱκετεύσατε, σωθῆναι δεόμεθα τὰς ψυχὰς ἡμῶν. 

Κοντάκιον 
Ἦχος β’. Τήν ἐν πρεσβείαις.
Τὴν τῶν ὁσίων θεόληπτον συνοδείαν, ταῖς τῶν Μαρτύρων διαλάμπουσαν ἀκτῖσι, πάντες τοῖς ᾄσμασι στεφανώσωμεν, τοὺς τῷ Χριστῷ τυθέντας, οἷάπερ θεῖα σφάγια· αὐτούς γὰρ ὁ Λόγος προσεδέξατο. 

Κάθισμα 
Ἦχος πλ. δ’. Τὸ προσταχθὲν.
Δι' ἐγκρατείας τῶν παθῶν τὰς πυριφλέκτους, ἀπονεκρώσαντες ὁρμάς, καὶ τὰς κινήσεις, Ἀσκηταὶ θεόληπτοι, ἑπόμενοι κατ' ἴχνος, τῷ πάντα τεκτηναμένῳ μόνῳ Θεῷ, καθάπερ δεκτὴ θυσία καὶ ἱερά, προσηνέχθητε σφάγια, διὰ χειρὸς βαρβαρικῆς, τυπτόμενοι σφαττόμενοι, καὶ βιαίως κοπτόμενοι. 

Μεγαλυνάριον 
Αἵμασιν οἰκείοις μαρτυρικῶς, τοὺς σαυτῶν χιτῶνας, πορφυρώσαντες ἱερῶς, πρὸς ὑπερκοσμίους, ἀνήλθετε ἐπαύλεις, φαιδρῶς κεκοσμημένοι, Πατέρες Ὅσιοι.

 
Οἱ Ἁγίες Ἀλεξανδρία, Κλαυδία, Εὐφρασία, Ματρώνα, Ἰουλιανή, Εὐφημία καὶ Θεοδώρα (κατ᾿ ἄλλους Θεοδοσία), ποὺ μαρτύρησαν στὴν Ἀμισὸ τῆς Καππαδοκίας

Ἔζησαν στὰ χρόνια του Διοκλητιανοῦ, ὅταν ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν συμπεριέλαβε καὶ τὴν Ἀμισὸ τῆς Καππαδοκίας. Μπροστὰ στὸ πλῆθος τῶν θυμάτων τῆς εἰδωλολατρικῆς τυραννίας οἱ ἑπτὰ αὐτὲς γυναῖκες, ἀγανακτισμένες γιὰ τὴν βαρβαρότητα τῶν εἰδωλολατρῶν, παρουσιάστηκαν στὸν ἔπαρχο καὶ διαμαρτυρήθηκαν γιὰ τοὺς συνεχεῖς βασανισμοὺς καὶ θανάτους. 

Ἡ ἐνέργειά τους αὐτή, τὶς ὁδήγησε στὸ κριτήριο. Ἀλλὰ καὶ μπροστὰ στὸν βέβαιο κίνδυνο, διατήρησαν ὅλη τὴν εὐσεβὴ φλόγα τους. Ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ἀκούστηκε ἀπὸ τὰ στόματά τους ἐπανειλημμένη, συχνή, θαῤῥαλέα, σταθερή. Τότε τὶς μαστίγωσαν, ἔσχισαν ἔπειτα τὶς σάρκες τους καὶ στὸ τέλος τὶς ἔριξαν μέσα στὸ καμίνι καὶ τὶς ἔκαψαν ζωντανές.

 
Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Ὁμολογητής, ἐπίσκοπος Ἀπολλωνιάδος

Ὁ ἀθλητὴς αὐτὸς τῆς χριστιανικῆς πίστης, ἔζησε στὰ χρόνια τῶν εἰκονομάχων. Ἡ εὐσέβεια καὶ οἱ ὑπόλοιπες ἀρετές του, τὸν ἔφεραν στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Ἀπολλωνιάδος, πόλης τῆς Βιθυνίας, ποὺ ὑπαγόταν στὴ Μητρόπολη Νικομήδειας. Ἀκριβὴς γνώστης τῶν ἁγίων Γραφῶν, διδάσκαλος καὶ κήρυκας εὔγλωττος καὶ πρακτικότατος, διακρινόταν καὶ γιὰ τὴν ἄκρα ἀφιλοκέρδεια καὶ τὰ φιλάνθρωπα ἔργα του. 

Ἡ θύελλα τῶν εἰκονομάχων, ζήτησε νὰ τὸν παρασύρει στὸ κίνημά της κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων. Γιὰ τὴν ἄρνησή του καταδιώχθηκε καὶ ἐξορίστηκε, ὑποβλήθηκε δὲ καὶ σὲ πολλὲς ταλαιπωρίες καὶ κακουχίες. Ἀσθένησε ὅμως βαρειὰ καὶ παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸ Θεό, ἀφοῦ ἀξιώθηκε νὰ πάρει τὸ τίμιο στεφάνι τοῦ ὁμολογητῆ καὶ τῆς παντοτινῆς μνήμης ἀπὸ μέρους τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας.

 
Ὁ Ἅγιος Ῥοδιανός
Μαρτύρησε διὰ ξίφους.
 
Ὁ Ἅγιος Ἀκύλας ὁ Ἔπαρχος

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.
 
Ὁ Ἅγιος Λολλίων ἢ Δολλίων

Μαρτύρησε ἀφοῦ τὸν χτύπησαν μὲ γροθιὲς μέχρι θανάτου. Δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι ὁ ἴδιος Ἅγιος μ᾿ αὐτὸν τῆς 15ης Ἰουλίου, ποὺ ἀναφέρεται ὡς Λολλιανός.
 
Ὁ Ἅγιος Ἐμμανουήλ

Μαρτύρησε διὰ ξίφους. Ἴσως εἶναι ὁ ἴδιος με αὐτὸν τῆς 26ης Μαρτίου, ποὺ φέρεται ὡς Μανουήλ. Ἀπὸ ὁρισμένα Ἁγιολόγια, περιττῶς ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 27η Μαρτίου ἡ μνήμη του.
 
Ὁ Ἅγιος Σεϊμβλᾶς

Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται ἐπιγραμματικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασματάριον» ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας» 1959, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἀναφέρεται ἡ μνήμη του.
 
Ὁ Ἅγιος Μύρων ὁ Κρητικός, νεομάρτυρας

 

Καταγόταν ἀπὸ τὸ Μεγάλο Κάστρο τῆς Κρήτης (σημερινὸ Ἡράκλειο). Γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ εὐγενεῖς γονεῖς, ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Δημήτριος, ὁ δὲ ἴδιος ἦταν πολὺ σεμνός, φρόνιμος καὶ ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ τὴν παρθενία. Ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ῥάφτη καὶ ἐπειδὴ ἦταν πολὺ εὐσυνείδητος ἐπαγγελματίας, οἱ φθονεροὶ Τοῦρκοι τὸν συκοφάντησαν, ὅτι δῆθεν ἀποπλάνησε μία τουρκοπούλα. 

Ὅταν ὁδηγήθηκε στὸ κριτήριο, ἀπολογούμενος ἀπέῤῥιψε τὴν συκοφαντία, ἀλλὰ τοῦ ἐτέθη τὸ δίλημμα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ ἢ τοῦ θανάτου. Ὁ μάρτυρας ἀποκρίθηκε ὅτι ὄχι μόνο δὲν ἀρνεῖται τὸν Χριστό, ἀλλὰ εἶναι ἕτοιμος καὶ νὰ πεθάνει γι᾿ Αὐτόν. Τότε τὸν βασάνισαν σκληρὰ καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. 

Ὅταν καὶ πάλι ὁδηγήθηκε στὸν κριτή, ὁ Μύρων ὁμολόγησε γιὰ δεύτερη φορὰ, σταθερά, τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ὅταν τὸν ὁδηγοῦσαν στὸν τόπο τῆς καταδίκης, ὁ μάρτυρας μὲ τὴν ἄδεια τῶν δημίων του, πλησίασε τὸν πατέρα του, ποὺ παρακολουθοῦσε τὸ μαρτύριο, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὰ φίλησε. Ἔπειτα πῆρε τὴν εὐχή του καὶ τράβηξε γιὰ τὸ μαρτύριο. 

Μετὰ ἀπὸ λίγο, δέχτηκε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου μὲ ἀγχόνη, τὸ ἔτος 1793.

Ἀπολυτίκιον 
Ήχος πλ. α'.
Ηρακλείου το άνθος το ευωδέστατον, ως ευσεβείας σε μύρον ύμνοις γεραίρομεν, νεομάρτυς του Χριστού Μύρων μακάριε. Συ γαρ νεότητος ακμήν υπερείδες ανδρικώς και ήθλησας στεροψ’υχως. Και νυν απαύστως δυσώπει, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.

 
Ὁ Ὅσιος Εὐφρόσυνος (Ῥῶσος)
 

Ὁ Ἱερομάρτυρας Εὐφρόσυνος (Σινοζέρσκιυ), κατὰ κόσμο Ἐφραίμ, γεννήθηκε σὲ ἕνα χωριὸ τῆς Καρελίας, κοντὰ στὴν λίμνη Λάντοζσκοε, κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισύ του 16ου αἰώνα μ.Χ. Ἀρχικὰ μόνασε στὴ μονὴ τοῦ Βάλαμο τῆς Φιλανδίας, ἔπειτα στὴν περιοχὴ Ντολὸκ τῆς ἐπαρχίας Νόβγκοροντ τῆς Ρωσίας καὶ στὴν συνέχεια κοντὰ στὴν λίμνη Σινίτσε. Χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στὴ μονὴ Οὐσπένσκι τῆς πόλεως Τιχβὶν καὶ τὸ ἔτος 1600 μ.Χ. ἄρχισε τὴν ἐρημικὴ ζωὴ στοὺς ἄγριους βάλτους τῆς λίμνης Σινίτσε. Ὁ Ὅσιος ἔσκαψε ἕνα σπήλαιο, τοποθέτησε ἕνα Σταυρὸ καὶ ἔζησε ἐκεῖ δύο χρόνια. Τρεφόταν μόνο μὲ ἄγρια χόρτα. Ὅταν οἱ χωρικοὶ ἀντιλήφθηκαν τὴν παρουσία του, ἄρχισαν νὰ τὸν ἐπισκέπτονται καὶ νὰ τὸν συμβουλεύονται γιὰ πνευματικὰ θέματα.

Τὸ ἔτος 1612 μ.Χ. τὰ Πολωνικὰ στρατεύματα λεηλατοῦσαν τὴν Ρωσία. Πολὺς κόσμος βρῆκε καταφύγιο στὴ μονὴ τοῦ Ὁσίου, ὁ ὁποῖος προέβλεψε τὴν ἐπίθεση τῶν Πολωνῶν στὴ μονή του καὶ προέτρεψε τοὺς ἀνθρώπους νὰ φύγουν. Καὶ ὅταν τὸν ρώτησαν: «Ἐσύ, γιατί δὲν φεύγεις;» ὁ Γέροντας ἀπάντησε: «Ἐγὼ ἦλθα ἐδῶ νὰ πεθάνω γιὰ τὸν Χριστό». Αὐτοὶ ποὺ ἄκουσαν τὴν συμβουλὴ τοῦ Ὁσίου σώθηκαν. Ὅσοι παρέμειναν βρῆκαν τρομερὸ θάνατο.

Κοντὰ στὸν Ὅσιο Εὐφρόσυνο ζοῦσε καὶ ὁ μοναχὸς Ἰωνάς. Τρομαγμένος ἀπὸ τὴν προφητεία τοῦ Ὁσίου θέλησε καὶ αὐτὸς νὰ φύγει. Ὅμως ὁ Ὅσιος τὸν σταμάτησε λέγοντας: «Ἀδελφὲ Ἰωνά, ὅταν θὰ ἀρχίσει ἡ μάχη, πρέπει νὰ δείξουμε τὴν ἀνδρεία μας. Ἐμεῖς δώσαμε ὑπόσχεση νὰ ζήσουμε καὶ νὰ πεθάνουμε ὡς ἐρημίτες. Ὀφείλουμε νὰ κρατήσουμε τὴν ὑπόσχεση τὴν ὁποία δώσαμε στὸν Θεό. Μόνο ὁ θάνατος φέρνει ἠρεμία. Ἄλλη περίπτωση οἱ λαϊκοί. Αὐτοὶ δὲν δεσμεύτηκαν μὲ μοναχικὲς ὑποσχέσεις καὶ πρέπει νὰ προστατεύσουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ τὴν οἰκογένεια καὶ τὰ παιδιά τους».

Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ὁ Ὅσιος φόρεσε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ ὅλη τὴ νύχτα προσευχόταν. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, 20 Μαρτίου, οἱ Πολωνοὶ ἐπιτέθηκαν κατὰ τῆς μονῆς. Ὁ Ὅσιος φορώντας τὸ μοναχικὸ σχῆμα βγῆκε ἔξω καὶ στάθηκε δίπλα στὸν Σταυρό, ποὺ εἶχε τοποθετήσει ὅταν πρωτοπῆγε στὴν περιοχὴ αὐτή. Οἱ ἐχθροὶ ζήτησαν ἀπὸ τὸν Ὅσιο τὴν περιουσία τῆς μονῆς. «Ὅλη ἡ περιουσία τῆς μονῆς καὶ ἡ δική μου, ἐπίσης, βρίσκεται στὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου», εἶπε ὁ Ἅγιος, ἐννοώντας τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό, τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ κανένας νὰ ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ. Οἱ κατακτητὲς δὲν κατάλαβαν τὰ λόγια του καὶ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τὸν χτύπησε μὲ τὸ ξίφος στὸν λαιμό. Ὁ Ὅσιος ἔπεσε νεκρός. Ὅταν οἱ Πολωνοί, ὀργισμένοι ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν βρῆκαν τίποτε, γύρισαν, ὁ δήμιος του Ὁσίου, σὰν νὰ μὴν ἦταν ἀρκετὸ τὸ πρῶτο θανατηφόρο χτύπημα, ἄνοιξε τὴν τίμια κεφαλὴ τοῦ Ὁσίου μὲ τσεκούρι.

Στὴ μονὴ βρισκόταν, ἐπίσης καὶ ἕνας χωρικὸς ποὺ ὀνομαζόταν Ἰωάννης Σουμά. Ὅταν οἱ ἐχθροὶ εἰσέβαλαν στὴ μονή, αὐτὸς βρισκόταν στὸ κελὶ τοῦ Ὁσίου. Παρ' ὅλα τὰ βαριὰ τραύματα ἔμεινε ζωντανὸς καὶ διηγήθηκε ἀργότερα στὸν υἱὸ τοῦ αὐτὰ ποὺ συνέβησαν.

Ὁ Ὅσιος Εὐφρόσυνος ἐνταφιάσθηκε μὲ τιμὴ καὶ εὐλάβεια στὶς 28 Μαρτίου καὶ στὸν τόπο τοῦ ἐνταφιασμοῦ του, μετὰ ἀπὸ τριάντα τέσσερα χρόνια, κτίσθηκε ναὸς πρὸς τιμὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Μητροπολίτη Νόβγκοροντ Μακαρίου, στὶς 25 Μαρτίου τοῦ ἔτους 1655 μ.Χ., τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ὁσίου Εὐφροσύνου μετεκομίσθησαν κάτω ἀπὸ τὸ κωδωνοστάσιο τοῦ ναοῦ.

 
Ὁ Ἅγιος Cuthbert (Σκωτσέζος)

 

Ὁ Ὅσιος Cuthbert (Κουθβέρτος) γεννήθηκε στὸ Λάντερντεϊλ τὸ ἔτος 634 μ.Χ. καὶ σὲ μικρὴ ἡλικία ἔμεινε ὀρφανός. Μία βραδιά του 651 μ.Χ., καθὼς βρισκόταν στοὺς λόφους κοντὰ στὴ μονὴ Λίντισφεϊρν, εἶδε ἕνα ὅραμα. Εἶδε τὴν ψυχὴ ἑνὸς ἀνθρώπου νὰ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανὸ μέσα σὲ ὑπερκόσμιο φῶς. Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες πληροφορήθηκε γιὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Ἀϊδανοῦ (βλέπε 31 Αὐγούστου), κτήτορα τῆς μονῆς καὶ κατάλαβε ποιὸν ἀφοροῦσε τὸ ὅραμα ποὺ εἶδε. Ὁ δεκαεπτάχρονος Κουθβέρτος μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ἀποφάσισε νὰ γίνει μοναχός. Γι' αὐτὸ κατέφυγε στὴ μονὴ Μέλροουζ καὶ ἔκανε ὑπακοὴ στὸν Ἅγιο Eata (Ἰάτα) (τιμᾶται 26 Ὀκτωβρίου).

Ἀπὸ πολὺ νωρὶς διαφάνηκε ἡ ἱεραποστολικὴ διάθεση τοῦ νέου μοναχοῦ, ποὺ τὸν ὠθοῦσε σὲ διάφορες ἱεραποστολικὲς ἐξορμήσεις, εἴτε μόνο τοῦ εἴτε ὡς συνοδὸ τοῦ Γέροντά του. Ἔδειξε μάλιστα ἐνδιαφέρον γιὰ τὶς πιὸ ἀπομακρυσμένες καὶ δυσπρόσιτες περιοχές.

Τὸ ἔτος 661 μ.Χ. ὁ βασιλέας Ἄλκριφθ προσκάλεσε τὸν Ἅγιο Eata (Ἰάτα), γιὰ νὰ ἱδρύσει μία μονή. Ὁ Ἅγιος ὄντως πῆγε καὶ ἵδρυσε μονὴ στὸ Ράιπον, συνοδευόμενος ἀπὸ κάποιους ὑποτακτικούς του, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Ἅγιος Κουθβέρτος. Καθὼς ὅμως ἡ Ἐκκλησία τῆς Βρετανίας συγκλονιζόταν ἀπὸ τὴν διαμάχη γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα, οἱ Ἅγιοι Ἰάτα καὶ Κουθβέρτος ἐπέστρεψαν στὴ μονὴ τῆς μετάνοιάς τους, στὸ Μέλροουζ, ὅπου ὁ Ὅσιος Κουθβέρτος ἔγινε ἡγούμενος.

Μετὰ τὴν Σύνοδο τοῦ Γουίντμπι καὶ τὴν ἐπικράτηση τῆς Ρωμαϊκῆς παραδόσεως, ὁ Ἅγιος Κολμάνος τῆς Λίντισφεϊρν (τιμᾶται 8 Αὐγούστου), σὲ ἔνδειξη διαμαρτυρίας γιὰ τὴν περιφρόνηση τῆς Κελτικῆς παραδόσεως σχετικὰ μὲ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα, παραιτεῖται ἀπὸ τὴν Ἐπισκοπική του ἕδρα καὶ ἀποσύρεται στὴν Ἰρλανδία. Συνέπεια αὐτῆς τῆς ἐξελίξεως ἦταν νὰ γίνει Ἐπίσκοπος Λίντισφεϊρν ὁ Ἅγιος Ἰάτα, ἐνῶ ἡγούμενος τῆς μονῆς τῆς Λίντισφεϊρν ὁ Ὅσιος Κουθβέρτος.

Ἡ ἡγουμενία τοῦ διήρκησε δώδεκα χρόνια. Τὰ πράγματα δὲν ἦταν εὔκολα. Τὰ πνεύματα ἦταν ὀξυμένα. Ὁ νέος ἡγούμενος ἔπρεπε νὰ συμφιλιώσει τὶς δύο ἀντιτιθέμενες παρατάξεις μέσα στὸ μοναστήρι καὶ νὰ συνεχίσει τὴ ἱεραποστολική του δράση. Ὁ παροιμιώδης πραότητά του, ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ διάκρισή του κατόρθωσαν νὰ διασφαλίσουν τὴν ἑνότητα τῆς μονῆς. Αὐτὴ τὴν τόσο δύσκολη περίοδο, ὁ Ὅσιος ποὺ ἦταν ἐραστὴς τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς προσευχῆς, ἀναζητοῦσε καταφύγιο σὲ μία βραχονησίδα κοντὰ στὸ μοναστήρι. Μέχρι σήμερα σώζονται σὲ αὐτὸ τὸ νησάκι τὰ ἴχνη τοῦ κελιοῦ του, στὴν θέση τοῦ ὁποίου βρίσκεται ἕνας ξύλινος σταυρός.

Καθὼς τὰ χρόνια περνοῦσαν, ὁ Ὅσιος λαχταροῦσε ὅλο καὶ περισσότερο τὴν ἀγαπημένη τοῦ ἡσυχία. Αὐτὴ ἡ δίψα τὸν ἔκανε νὰ ἀποσυρθεῖ βαθύτερα στὴ νησιωτικὴ ἔρημο τῶν νησιῶν Φέιρν. Διάλεξε τὸ νησὶ Ἴννερ Φέιρν, ἑπτὰ μίλια νοτιότερα τῆς Λίντισφεϊρν. Ἐκεῖ παλαιότερα περνοῦσε ἡσυχαστικὰ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὁ Ἅγιος Ἀϊδανός.

Στὴν ἔρημό της ἐσώτερης Φέιρν, ὁ Ὅσιος εἶχε μοναδικὴ συντροφιὰ τὰ θαλασσοπούλια καὶ κυρίως μία ράτσα ἀγριόπαπιας ποὺ ζεῖ ἐκεῖ, τὴν ὁποία ὁ Ὅσιος μὲ ἰδιαίτερη στοργὴ φρόντιζε. Γι' αὐτὸ ἄλλωστε θεωρεῖται καὶ ὁ πρῶτος ποὺ καθιέρωσε στὴν Βρετανία κανόνες οἰκολογικῆς εὐαισθησίας. Τὸ σεβάσμιο παρουσιαστικό του, τὰ ἄφθονα δάκρυά του κατὰ τὴν προσευχή, ἡ αὐστηρή του νηστεία, ποὺ θύμιζε τοὺς Ἀββάδες τῆς Αἰγυπτιακῆς Θηβαΐδος, τὸ προφητικό του χάρισμα, ἔκαναν τὸ ἀπόμακρο ἐρημικὸ νησί, τόπο εὐλογίας γιὰ τοὺς πιστούς, ποὺ προσέτρεχαν στὸν Ὅσιο γιὰ νὰ διδαχθοῦν ἡ νὰ θεραπευθοῦν σωματικὰ καὶ ψυχικά. Ὅσο αὐτὸς κρυβόταν στὴν ἔρημο, ἀποφεύγοντας ἀξιώματα καὶ διακρίσεις, τόσο ὁ λαὸς λαχταροῦσε νὰ τὸν συναντήσει καὶ νὰ βρεθεῖ κοντά του.

Τὸ ἔτος 684 μ.Χ., στὴν Σύνοδο τοῦ Τάιφορντ, ἐκλέγεται Ἐπίσκοπός του Ἕξαμ. Στὸν τόπο ποὺ ἀσκήτευε ἐμφανίσθηκε ξαφνικὰ μία ὁμάδα ἀπὸ Ἐπισκόπους, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Ἐπικεφαλῆς τῆς ἦταν ὁ βασιλέας Ἴγκφριντ. Τοῦ ἀνακοίνωσαν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου. Ὁ ἐρημίτης τῆς Φέιρν ἀρνήθηκε νὰ ἀποχωριστεῖ τὴν ἡσυχία τῆς ἐρήμου του. Ὁ βασιλέας καὶ ἡ συνοδεία τοῦ τὸν πίεσαν. Μέσα τοῦ πάλευαν ἡ ἡσυχία καὶ ἡ ὑπακοή. Νίκησε ἡ δεύτερη. Ἔτσι, τὴν Κυριακή του Πάσχα τοῦ ἔτους 685 μ.Χ., χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεόδωρο, Ἀρχιεπίσκοπο Καντουαρίας τὸν ἐκ Ταρσοῦ (τιμᾶται 19 Σεπτεμβρίου). Μετὰ ἀπὸ λίγο μετατίθεται στὴν ἐπισκοπὴ τῆς Λίντισφρεϊν, ἐνῶ ὁ Ἅγιος Ἰάτα ἀναλαμβάνει τὴν δική του.

Ὁ Ὅσιος Κουθβέρτος ἔζησε ὡς Ἐπίσκοπος δύο χρόνια. Κατὰ τὴν ἀρχιερατεῖα τοῦ στήριξε, παρηγόρησε, δίδαξε, προφήτευσε καὶ θαυματούργησε. Ταξίδεψε στὰ πιὸ ἀπόμακρα σημεῖα τῆς ἐπαρχίας του, γιὰ νὰ στηρίξει τὸ ποίμνιό του ποὺ τὸ θέριζε ἡ ἐπιδημία τῆς πανούκλας. Ποτὲ ὅμως δὲν ξέχασε τὴν ἀγαπημένη τοῦ ἔρημο. Δύο μῆνες πρὶν τὴν κοίμησή του προεῖδε τὸν θάνατό του καὶ ἐπέστρεψε στὴν ὑδάτινη ἔρημό του. Φεύγοντας ἀπὸ τὴν Λίντισφρεϊν γιὰ τὸ ἐρημικό του νησί, ἕνας μοναχὸς τὸν ρώτησε πότε θὰ ἐπιστρέψει καὶ ὁ Ὅσιος προφητικά του ἀπάντησε: «Ὅταν θὰ ξαναφέρετε τὸ σῶμα μου ἐδῶ». Ὁ Ἅγιος Βεδέας (τιμᾶται 27 Μαΐου) διασώζει τὰ τελευταία του λόγια: «Νὰ ἔχετε μεταξὺ σας εἰρήνη καὶ θεῖο ἔλεος».

Ὁ Ὅσιος Κουθβέρτος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ ἔτος 687 μ.Χ., σὲ ἡλικία πενήντα τριῶν ἐτῶν. Τὸ σκήνωμά του μεταφέρθηκε στὸ μοναστήρι τοῦ Λίντισφρεϊν καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ ἱερό του ναοῦ τοῦ Ἁγίου Πέτρου. Μετὰ ἀπὸ ἕνδεκα χρόνια τὸ ἱερὸ λείψανό του βρέθηκε ἄφθορο. Μετὰ τὴν ἐπιδρομὴ τῶν Βίκινγκς, τὸ ἔτος 875 μ.Χ., οἱ μοναχοί της Λίντισφρεϊν, παίρνοντας τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Ἀϊδανοῦ καὶ Ὀσβάλδου (τιμᾶται 9 Αὐγούστου) καὶ τὸ ἄφθαρτο σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Κουθβέρτου, κατέληξαν στὸ Ντάραμ, ὅπου τὰ τοποθέτησαν στὸν ἀνεγερθέντα καθεδρικὸ ναό.
Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς Ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.