Ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος ἐπίσκοπος Ἰκονίου
 
 


Ἦταν Καππαδόκης, σύγχρονος τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ φίλος του. Διακεκριμένος γιὰ τὴ μεγάλη του μόρφωση καὶ εὐσέβεια, ἀναδείχθηκε ἐπίσκοπος Ἰκονίου τὸ ἔτος 344. Ὑπῆρξε ἄριστος ἐπίσκοπος καὶ μετεῖχε στὴ Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καὶ διέπρεψε. Ὁ Ἀμφιλόχιας δὲν εἶχε κῦρος μόνο στὴ δική του Ἐκκλησία, ἀλλὰ τὸ ἠθικὸ κῦρος του εἶχε ἐπεκταθεῖ καὶ σὲ ἄλλες περιοχές.

Ἔτσι, παρενέβαινε καὶ σὲ Ἐκκλησίες κοντινές, ὅπου διασφάλιζε τὴν εἰρήνη καὶ ὀρθοτομοῦσε τὸ λόγο τῆς ἀληθείας. Διότι στὸ ἔργο του εἶχε ὁδηγὸ τὰ θεόπνευστα λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Σπούδασον σεαυτὸν δόκιμον παραστῆσαι τῷ Θεῷ, ἐργάτην ἀνεπαίσχυντον, ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς ἀληθείας». Δηλαδή, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, προσπάθησε νὰ παραστήσεις τὸν ἑαυτό σου στὸ Θεὸ δοκιμασμένο καὶ τέλειο ἐργάτη, ποὺ δὲν τὸν ντροπιάζει τὸ καλοφτιαγμένο ἔργο του, καὶ διδάσκει ὀρθὰ τὸ λόγο τῆς ἀληθείας.
 
Στὴν πρὸς Ἀμφιλόχιον ἐπιστολὴ ὁ Μέγας Βασίλειος φανερώνει τὴν λαμπρὴ ἠθικὴ φυσιογνωμία τοῦ Ἀμφιλοχίου. Τὸν παρακαλεῖ νὰ παραστεῖ στὴν τιμητικὴ γιορτὴ ὑπὲρ τῶν μαρτύρων τῆς Καισαρείας, γιὰ νὰ ἀποβεῖ αὐτὴ σεμνότερη, διότι ὁ λαὸς τῆς Καισαρείας τὸν ἀγαπᾷ, ὅσο κανένα ἄλλο ἐπίσκοπο. Ὁ Ἀμφιλόχιος συνέταξε ἀρκετοὺς λόγους γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία μας, καὶ πέθανε εἰρηνικὰ τὸ ἔτος 394.

 



Ἀπολυτίκιον


Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Σοφίας τὴν ἔλλαψιν ὡς καθαρὸς μυηθείς, δογμάτων ὀρθότητος φωτοειδεῖς ἀστραπὰς ἐκλάμπεις τοῖς πέρασι· σὺ γὰρ τὴν ἐν Τριάδι ὁμοούσιον φύσιν ἐκήρυξας, ἀσυγχύτως καθελῶν τὰς αἱρέσεις. Διό σε, ἱεράρχα Ἀμφιλόχιε, Χριστὸς ἐδόξασε.


Κοντάκιον

Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἡ θεία βροντή, ἡ σάλπιγξ ἡ τοῦ Πνεύματος, πιστῶν φυτουργέ, καὶ πέλεκυς τῶν αἱρέσεων, Ἱεράρχα, Ἀμφιλόχιε, τῆς Τριάδος θεράπον μέγιστε, σὺν Ἀγγέλοις πέλων ἀεί, πρεσβεύων μὴ παύσῃ ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.


Κάθισμα


Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Λαμπρύνεις τὰ πέρατα, ἐν τῇ σῇ μνήμῃ σοφέ, τὸ σῶμα ἐκβλύζει σου, τῶν ἰαμάτων πηγάς, Ἀμφιλόχιε ἔνδοξε· ὅθεν καὶ ἀσθενείας, ἀπαλλάττεις παντοίας, πίστει τούς προσιόντας, τῷ σεπτῷ σου τεμένει, καὶ νῦν πταισμάτων τὴν λύσιν, αἴτησαι πᾶσιν ἡμῖν.
 
 
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐπίσκοπος Ἀκραγαντινῶν
 
 


Γεννήθηκε στὸν Ἀκράγαντα τῆς Σικελίας ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ εὔπορους γονεῖς, τὸ Χαρίτωνα καὶ τὴν Θεοδότη. Βαπτίστηκε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ποταμίωνα, ὁ ὁποῖος τὸν ἀνέθρεψε, τὸν μόρφωσε καὶ τὸν κατάταξε στὶς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου, στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Ἰουστινιανοῦ τοῦ Ῥινότμητου (685-695). Δεκαοκτὼ χρονῶν πῆγε γιὰ προσκύνημα στοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἐκεῖ χειροτονήθηκε Διάκονος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ἱεροσολύμων Μακάριο.

Κατόπιν ἐπανῆλθε στὸ Βυζάντιο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ Ῥώμη, ὅπου γιὰ τὶς μεγάλες του ἀρετὲς καὶ τὴν μεγάλη του μόρφωση προήχθηκε στὴν ἐπισκοπὴ τῶν Ἀκραγαντινῶν.

Στὴν ἐπισκοπὴ αὐτή, βρῆκε σφοδροὺς κατηγόρους δυὸ κληρικούς, τὸν Σαβίνο καὶ τὸν Κρισκέντιο, ποὺ τὸν συκοφάντησαν γιὰ μοιχεία. Ἀλλὰ μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ὁ Γρηγόριος τοὺς ντρόπιασε καὶ παρέλαβε πάλι τὴν Ἐκκλησία μετὰ ἀπὸ διετῆ φυλάκιση καὶ ἀργία.

Στὴ συνέχεια ἔκανε καὶ ἄλλα θαύματα. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ βαθιὰ γεράματα τὸ 690 μ.Χ. Σῴζονται 10 ἐξηγηματικοὶ λόγοι του στὸν Ἐκκλησιαστή.


Ἀπολυτίκιον

Ἦχος ἀ’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Γρηγορῶν ἐκ σπάργανων φερωνύμως Γρηγόριε, ἐν τοὶς δικαιώμασι Πάτερ τοῦ τῶν ὅλων δεσπόζοντος, ἐπλήσθης οὐρανίων δωρεῶν, ὡς γρήγορος ποιμὴν τῶν εὐσεβῶν διὰ τοῦτο πρὸς λειμῶνας ἀειθαλεῖς, ἰθύνεις τοὺς βοῶντας σοι, δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.


Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὥσπερ μέγας ἥλιος, ἀνατολαῖς τῶν θαυμάτων, καταυγάζεις ἅπασαν, τὴν τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν, ἔσωσας ταῖς σαῖς πρεσβείαις πολλοὺς ἀνθρώπους, ἤλασας τοὺς κακοδόξους ἐκ τῆς σῆς ποίμνης· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, θεόφρον Πάτερ, σοφὲ Γρηγόριε.


Κάθισμα


Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Ἐκ σπαργάνων Κυρίῳ ἀνατεθείς, ὡς ὁ πάλαι πανένδοξος Σαμουήλ, ὡσαύτως καλοῦντός σε, τοῦ Σωτῆρος ἀκήκοας, καὶ ψυχὴν καθάρας, καλῶν ἐπιδόσεσιν, ἱερωσύνης χάριν, ἀξίως ἀπείληφας· ὅθεν ἐπὶ χλόην, ἐπιγνώσεως θείας, ποιμάνας τὸ ποίμνιον, ἰαμάτων ἀπήστραψας, ἐνεργείας Γρηγόριε· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν Ἁγίαν μνήμην σου.
 
 
Ὁ Ὅσιος Σισίνιος ὁ Ὁμολογητής

Διέπρεψε κατὰ τὸν διωγμὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Διοκλητιανὸς (300 μ.Χ.). Ὁ Ὅσιος Σισίνιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύζικο καὶ κήρυττε μὲ θάῤῥος καὶ τόλμη τὴ χριστιανικὴ ἀλήθεια.

Γιὰ τὸ ἔργο του αὐτό, ὑπέστη πολλὲς φυλακίσεις καὶ ἀνελέητους δαρμούς. Ὅταν αὐτοκράτορας ἔγινε ὁ Μεγάλος Κωνσταντῖνος, ὁ Ὅσιος Σισίνιος ἀφέθηκε ἐλεύθερος καὶ ἐξακολούθησε τὸν εὐσεβῆ καὶ θεάρεστο ἀγῶνα του.

Ἀλλ᾿ ὅταν ξέσπασε ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρείου, συμμετεῖχε στὴν πάλη ὑπέρμαχος τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος. Καὶ ἔτσι γενναία ἀγωνιζόμενος ὁ Ὅσιος Σισίνιος, τελείωσε τὴν ὁλόψυχα ἀφιερωμένη στὸ Χριστὸ ζωή του.
 
 
Ὁ Ὅσιος Ἰσχυρίων ὁ Ἐπίσκοπος

Ἴσως ἦταν ἐπίσκοπος Ταρσοῦ. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
 
 
Ὁ Ἅγιος Ἕλενος ἐπίσκοπος Ταρσοῦ

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
 
 
Ὁ Ἅγιος Διονύσιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Στοὺς Συναξαριστὲς ἀγνοεῖται ἡ μνήμη του. Πρόκειται γιὰ τὸν Διονύσιο Α´ τὸν Πελοποννήσιο, ποὺ ἀπὸ ἐπίσκοπος Φιλιππουπόλεως, ἐκλέχτηκε οἰκουμενικὸς Πατριάρχης (α´ τὸ 1467-1472 καὶ τὸ Β´ τὸ 1489-1491). Μετὰ τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὸν θρόνο, ἔζησε στὴ Μονὴ Εἰκοσιφοινίσσης στὴ Δρᾶμα, ὅπου καὶ πέθανε εἰρηνικά.
 
 
Ἡ Κοίμησις τοῦ Ἁγίου Μητροφάνη
 


Ὁ Ἅγιος Μητροφάνης (ποὺ μετονομάστηκε Μακάριος) ὑπῆρξε πρῶτος ἐπίσκοπος Βορονεζίας. Γεννήθηκε στὶς 8 Νοεμβρίου τοῦ 1623 μ.Χ. καὶ κοιμήθηκε τὸ 1703 μ.Χ.
 
 
Κοίμησις τοῦ Ἁγίου μεγάλου δούκα Ἀλεξάνδρου τοῦ Νέβσκη
 
 


Ὁ Ἀλέξανδρος Νιέφσκι καὶ ὁ ἀδελφός του Ἀντρέι ἔγιναν κύριοι ὁλόκληρης τῆς Ρωσίας τὸ 1248 μ.Χ. Ὁ Ἀλέξανδρος ἔλαβε τὰ δυτικὰ πριγκιπάτα γύρω ἀπὸ τὸ Κίεβο (σὺν τὸ Νόβγκοροντ ποὺ ἤδη ἐξουσίαζε), ἐνῷ ὁ Ἀντρέι τὰ ἀνατολικὰ μὲ κέντρο τὸ Βλαντίμιρ.

Ὁ θάνατος βρῆκε τὸν Ἀλέξανδρο σὲ ἡλικία μόλις 43 ἐτῶν καθὼς ἐπέστρεφε στὸ Βλαντίμιρ ἀπὸ τὸ Σαράι, ὅπου θρυλλεῖται πὼς εἶχε πάει γιὰ νὰ ζητήσει ἐπιεικῆ μεταχείριση γιὰ κάποια πριγκιπάτα ποὺ δὲν ἤθελαν νὰ πληρώσουν φόρο ὑποτέλειας. Ταξίδευε ἤδη σοβαρὰ ἄρρωστος ὅταν ἐξέπνευσε στὴν πόλη Γκοροντὲτς τοῦ Βόλγα στὶς 14 Νοεμβρίου 1263 μ.Χ.

Λίγα μόλις χρόνια μετὰ τὸ θάνατό του, στὰ τέλη τοῦ 13ου αἰῶνα, ἐμφανίσθηκε ἕνα χρονικὸ μὲ τίτλο «Ἡ ζωὴ τοῦ Ἀλέξανδρου Νιέφσκι». Σὲ αὐτὸ περιγράφεται ὡς ὁ ἰδανικὸς πρίγκιπας ποὺ πολεμοῦσε στὴν πρώτη γραμμὴ κατὰ τῶν ἐχθρῶν καὶ ἔσωσε τὴ Ρωσία.

Ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία τὸν ἀνακήρυξε ἅγιο τὸ 1547 μ.Χ.

 
 
 
Ἡ Ἁγία Μερόπη (ἢ Μυρώπη)

Εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο μ᾿ αὐτὸ τῆς 2ας Δεκεμβρίου, ὅπου καὶ τὸ σχετικὸ ὑπόμνημα. Ἄγνωστο γιατί ἐδῶ ἐπαναλαμβάνεται. Κάποια Συναξαριακὴ πηγὴ ἀναφέρει: «Σύναξις αὐτῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης τὴν οὔση πρὸς θάλασσαν».
 
 
Ὁ Ἅγιος Deiniol (Οὐαλλός)

Λεπτομέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.
 
 
Διήγηση ὀπτασίας (κάποιου) Ἰωάννου


Λεπτομέρειες βλέπε στὸν «Μέγα Συναξαριστή» τοῦ Ματθαίου Λαγγῆ, τόμος 11ος, σελίδα 595, ἔκδοση 1993.

Γράφει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὸν συναξαριστή του:

«Ἕνας ἄνθρωπος ἐχρημάτησε, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, ἐν ἔτει τλ [330], ὀνομαζόμενος Ἰωάννης, ὅστις ἦτον εἰς τὸν βασιλέα γνωστὸς διὰ μέσου τῆς τέχνης ὁπού ἐργάζετο. Οὗτος λοιπὸν ἐπέρνα πρότερον τὴν ζωὴν του κακῶς καὶ ἀσέμνως, χωρὶς νὰ βάλῃ ποτὲ εἰς τὸν νοῦν του ὅτι εἶναι κόλασις. Ἀλλὰ ὁ Θεός, ὁπού πάντα καλῶς οἰκονομεῖ πρὸς τὸ συμφέρον ἠμῶν, αὐτὸς φανεὶς καὶ εἰς τὴν ὀπτασίαν τούτου, ἐδιώρθωσε τὴν πολιτείαν του. Οὗτος γὰρ μίαν φορὰν βλέπει εἰς τὸ ὄνειρόν του, ὅτι ἐπρόσφερεν εἰς τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνον ἕνα ἔργον τῆς τέχνης του. Καὶ ἐκ τούτου θαρρῶν, ὠμίλει μὲ τὸν βασιλέα μετὰ παρρησίας καὶ ἐσυνέχαιρεν.

Ἔπειτα βλέπει τὸν βασιλέα, ὁπού ἐξεγύμνωσεν ἕνα σπαθί. Καὶ συμμαζώξας τὰ μαλλία του, ἐσπούδαζε νὰ κόψῃ τὴν κεφαλὴν του χωρὶς ἔλεος. O δὲ Ἰωάννης ἔκλινε συνεχῶς τὸν λαιμόν του, νομίζοντας ὅτι παίζει τάχα μὲ τὸν βασιλέα. Εἰς καιρὸν δὲ ὁπού τοῦτο ἐποίει, ἀκούει ὁπού ὁ βασιλεὺς εἶπε μὲ σοβαρότητα εἰς αὐτόν. Ὅταν τὸ σπαθὶ καταφάγη τὰς τρίχας σου, τότε ὁ τράχηλός σου θέλει γεμίσει ἀπὸ τὸ αἷμα σου. Ἐφάνη λοιπὸν εἰς αὐτόν, ὅτι ἐκόπη ὁ τράχηλός του, καὶ ὅταν τὸ σπαθὶ ἦλθεν εἰς τὸ στῆθος, ἀγωνιῶν ὁ Ἰωάννης καὶ φοβούμενος, ἐζήτει νὰ λάβη ἀπὸ κανένα βοήθειαν. Ἀπὸ δὲ τὸν φόβον καὶ τὸν φρικτὸν ἐκεῖνον ἀγῶνα ἐξύπνησε καὶ ἐλθὼν εἰς τὸν ἑαυτόν του, ὅλος ἐστέκετο ἔκθαμβος. Ποιήσας δὲ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ εἰς τὸ σῶμα του, εὐχαριστῶ σοι ὄνειρον, ἔλεγεν, ὅτι τὸν φοβερὸν τοῦτον ἀγῶνα, κατὰ φαντασίαν μόνον μοι ἔδειξας, πραγματικῶς δέ, οὐκ εἶδον αὐτὸν καὶ κατὰ ἀλήθειαν. Ὅθεν ἔμεινε πάλιν ὁ αὐτὸς ἀμετανόητος καὶ ἀδιόρθωτος.

Ἀφ’ οὐ δὲ ἐπέρασε μερικὸς καιρός, πίπτει εἰς βαρεῖαν ἀσθένειαν, καὶ ἐπικαλεῖτο τὴν ἐκ Θεοῦ βοήθειαν. Τότε λοιπὸν βλέπει πάλιν, ὄχι εἰς τὸ ὄνειρόν του, ἀλλὰ εἰς ἔκστασιν γενόμενος, ὅτι ἐπαραστέκετο εἰς ἕνα βῆμα σεκρετικὸν καὶ δικαστικόν. Ἔβλεπε δὲ καὶ ἕνα φοβερώτατον Βασιλέα καθεζόμενον εἰς θρόνον, καὶ ἐνδεδυμένον βασιλικὴν ὁμοὺ καὶ ἀρχιερατικὴν στολήν. Ἀπὸ δὲ τὰ δεξιὰ καὶ ἀριστερά του μέρη, ἐκάθοντο μερικοὶ ἄνδρες ἱεροπρεπεῖς καὶ σεβάσμιοι. Αὐτὸς δὲ ἔβλεπε, πὼς ἐστέκετο κατωθεν ἀπὸ ἐκείνους. Καὶ πρὸς μὲν τὰ δεξιὰ τοῦ Βασιλέως, ἔβλεπε πὼς ἐστέκοντο εὐνοῦχοι τινὲς νέοι καὶ εὔμορφοι, ἀπὸ δὲ τὰ ἀριστερά του, ἔβλεπεν, ὁπού ἐστέκετο ἕνας ταπεινότερος καὶ καταδεκτικώτερος. Ἀπὸ δὲ τὸ ὄπισθεν μέρος τοῦ Βασιλέως, ἔβλεπεν ἕνα λάκκον σκοτεινότατον ὁμοὺ καὶ βαθύτατον, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπὸ μόνην τὴν θεωρίαν του, ἐπροξένει φόβον ἄρρητον καὶ ὀδύνην μεγάλην. Εἰς καιρὸν λοιπὸν ὁπού αὐτὸς ἐστέκετο μὲ φόβον καὶ τρόμον, λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ καθήμενος Βασιλεύς. Ἄραγε, ὢ νεανία, ἠξεύρεις ποῖος εἶμαι ἐγώ; O δὲ Ἰωάννης ἀπεκρίθη. Ἠξεύρω, Δέσποτα, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ σαρκωθεῖς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός, καθὼς αἳ θείαι Γραφαὶ ἠμῶν περιέχουσι. O δὲ Βασιλεὺς λέγει πρὸς αὐτόν. Καὶ ἀνίσως ἐσὺ ἀπὸ τὰς Γραφᾶς μὲ γνωρίζῃς, γνωρίζῃς δὲ καὶ τοὺς μετ’ ἐμοῦ συγκαθεζομένους, πῶς ἀλησμόνησες τὸν φοβερισμὸν ἐκεῖνον, ὁπού ἔκαμεν εἰς ἐσένα πρὸ χρόνων ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος; ἡ δὲν νοεῖς αὐτὸ ὁπού σοὶ λέγω; O Ἰωάννης, νοῶ τοῦτο Δέσποτα, ἀπεκρίθη. Καὶ ἀκόμη τὰ λείψανα καὶ ἀπομεινάρια τοῦ φόβου ἐκείνου ἔχω εἰς τὴν ψυχήν μου. Καὶ ἄν, εἶπεν ὁ Βασιλεύς, τὰ ἐναπομεινάρια τοῦ φόβου ἐκείνου φέρῃς εἰς τὴν ψυχήν σου, πῶς ἐπιμένεις εἰς τὰ κακά; Τὸ λοιπὸν μάθε διὰ τῆς δοκιμῆς, ὅτι ἐγὼ ἤμην, ὁπού καὶ πρότερον ἔφερον εἰς ἐσένα τὴν φοβερὰν ἐκείνην βάσανον, καὶ ὄχι ὁ Κωνσταντῖνος.

Καὶ ταῦτα εἰπών, ἐφάνη, ὅτι μὲ νεῦμα μόνον ἐπρόσταζεν ὁ Βασιλεὺς τοὺς παρεστῶτας, νὰ ρίψουν τὸν Ἰωάννην εἰς τὸν ὄπισθεν φαινόμενον λάκκον. Καθὼς λοιπὸν ἄρχισαν οἱ εὐνοῦχοι νὰ σπρώχνουν χωρὶς ἔλεος τὸν Ἰωάννην εἰς τὸν λάκκον, εὐθὺς ἐκεῖνος ἐπεκαλεῖτο τὴν βοήθειαν τῆς Θεοτόκου. Ὅθεν ἐφάνη εἰς αὐτόν, ὅτι εἶδε τὴν Θεοτόκον ἐκεῖ εἰς τὸ μέσον. Καὶ μετὰ ταῦτα ἤκουσε τοῦ Βασιλέως νὰ λέγῃ. Ἀφῆτε αὐτὸν νὰ ὑπάγῃ διὰ τὴν παρακάλεσιν τῆς Μητρός μου. Ἕως ἐδῶ εἶναι ἡ ὀπτασία ὁπού εἶδεν ὁ Ἰωάννης. Αὐτὸς δὲ συντρόμος γενόμενος, καὶ ἐλθῶν εἰς τὸν ἑαυτόν του, ἐπῆγεν εἰς ἕνα εὐλαβῆ Μοναχὸν καὶ ἐδιηγήθη αὐτήν. O δὲ Μοναχὸς εἶπεν αὐτῶ. Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ, ἀδελφέ, ὅτι ἠξιώθης νὰ λάβης τοιαύτην διδασκαλίαν. Καὶ λοιπὸν ἐξύπνησον, ἀγαπητέ, μήπως καὶ σὺ πάθης τὰ ὅμοια ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου θέλω σοὶ διηγηθῶ.

Μίαν παρομοίαν ὀπτασίαν ὡσὰν τὴν ἐδικήν σου, εἶδεν ἕνας ἄνθρωπος. Ἤγουν εἶδε τὸν πρῶτον ὄντα εἰς τὰ βασιλικὰ σεκρέτα καὶ δικαστήρια, Γεώργιον ὀνομαζόμενον, ὁ ὁποῖος μὲ βίαν φερόμενος δέσμιος διὰ νὰ ριφθῆ μέσα εἰς ἕνα φοβερὸν χάσμα, ἦτον ὅλος φοβισμένος. Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ παρεστώτας, ἔχωντας παρρησίαν εἰς τὸν βασιλέα, ἐκράτησεν ἐκείνους ὁπού τὸν ἔφερον εἰς τὸ χάσμα, καὶ παρεκάλει νὰ ἀφήσουν αὐτόν, δίδωντας ἐγγύησιν εἰς αὐτούς, ὅτι εἰς εἴκοσιν ἡμέρας ἔχει νὰ διορθωθῆ. Ἀφ’ οὐ δὲ ὁ Γεώργιος ἐλευθερώθη μὲ τὴν τοιαύτην ἐγγύησιν καὶ βοήθειαν, ἐπῆγεν ἐκεῖνος ὁπού εἶδε τὴν ὀπτασίαν, καὶ ἐκατάλαβε τί δηλοί, καὶ ἐφανέρωσεν αὐτὴν εἰς τὸν Γεώργιον ἐκεῖνον, ὁπού ἐτραβίζετο εἰς τὸ χάσμα. Φίλος γὰρ ἦτον εἰς αὐτὸν καὶ γνωστός. O δὲ Γεώργιος ταῦτα ἀκούσας, ἐλογίασεν αὐτὰ ὡσὰν ἕνα οὐδέν. Ὅθεν ἔμεινεν ὁ δυστυχὴς ἀδιόρθωτος. Ἀφ’ οὐ δὲ ἐπέρασαν αἳ εἴκοσιν ἡμέραι, ἁρπάχθη φεῦ! ἀπὸ τὴν ζωὴν ταύτην, καὶ ἐπῆγε διὰ νὰ πληρώση τὸ χρέος ὁπού ὑπεσχέθη. Ταῦτα ἐν μέρει προσθήκης ἐδιηγήθη ὁ Μοναχὸς ἐκεῖνος πρὸς τὸν Ἰωάννην. O δὲ Ἰωάννης ἀκούσας ταῦτα, καὶ ἔχωντας εἰς τὸν νοῦν τοῦ ἀκόμη ζωντανὰ ἐκεῖνα τὰ φοβερὰ ὁπού εἶδεν, ἐξωμολογήθη χωρὶς ἐντροπὴν ὅλα του τὰ ἁμαρτήματα. Καὶ ἀλλάξας τὴν ζωὴν τοῦ εἰς τὸ καλλίτερον, διεπέρασε χρόνους πολλοὺς θεαρέστως πολιτευόμενος. Καὶ οὕτως ἀποθανῶν, ἀπῆλθεν εἰς τὰς αἰωνίους μονάς».