Ημερομηνία εορτής της Αγίας Οσιοπαρθενομάρτυς Παρασκευής της Αθληφόρου:26 Ιουλίου

Θεῷ παρεσκεύασας ἁγνὸν ὡς δόμον,
Σαυτὴν ἄγουσα, Σεμνή, εἰς κατοικίαν.
Παρασκευὴν ἔκτανεν εἰκάδι χαλκὸς ἐν ἕκτῃ.

Βιογραφία
          Η Αγία Παρασκευή γεννήθηκε στη Ρώμη στα χρόνια του αυτοκράτορα Αντωνίνου (138 - 160 μ.Χ.). Ήταν κόρη των ευσεβών Χριστιανών, Αγάθωνα και Πολιτείας, οι οποίοι φρόντισαν για την χριστιανική αγωγή της, όπως είχαν υποσχεθεί στο Θεό στην περίπτωση που θα τους έδινε ένα παιδί. Επειδή το παιδί γεννήθηκε ημέρα Παρασκευή έλαβε αυτό το όνομα.Μετά το θάνατο των γονέων της, η Παρασκευή μοίρασε όλη την περιουσία της στους φτωχούς και ανέπτυξε ιεραποστολική δραστηριότητα στην Ρώμη και στα περίχωρα της πόλης, κηρύσσοντας το λόγο του Χριστού. Η δράση της προκάλεσε τον ειδωλολάτρη αυτοκράτορα Αντωνίνο, ο οποίος την συνέλαβε και της υποσχέθηκε υλικά αγαθά στην περίπτωση που θα θυσίαζε στα είδωλα. Βλέποντας όμως πως η Αγία παρέμενε σταθερή στην πίστη της, την υπέβαλε στο βασανιστήριο της πυρακτωμένης περικεφαλαίας, το οποίο υπέμεινε με καρτερικότητα. Τότε ο Αντωνίνος διέταξε και την έβαλαν σε ένα λέβητα με καυτό λάδι και πίσσα. Επειδή όμως είδε την Αγία άθικτη, πλησίασε το πρόσωπο του στον λέβητα - καθώς δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς η αγία είχε μείνει ανέπαφη - για να δοκιμάσει αν πράγματι είναι καυτό, και αμέσως τυφλώθηκε. Η Αγία με προσευχή έδωσε στον Αντωνίνο το φως του, με αποτέλεσμα να πιστέψει στο Χριστό ή κατ' άλλους να σταματήσει τους διωγμούς εναντίον τους. Ελευθέρωσε πάντως την Αγία Παρασκευή, η οποία συνέχισε να κηρύττει το Ευαγγέλιο σε άλλα μέρη, μέχρι που έφτασε στην Ελλάδα.Στα Τέμπη ένας ειδωλολάτρης άρχοντας την υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια, τα οποία υπέμεινε καρτερικά, για να τελειωθεί με δια αποκεφαλισμού θάνατο.
Η Αγία Οσιοπαρθενομάρτυς Παρασκευή η Αθληφόρος είναι αγία της Ορθοδόξου  Εκκλησίας και θεωρείται προστάτιδα των ματιών. 


Απολυτίκιον Ήχος α΄


Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, ἐργασαμένη φερώνυμε,

τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευὴ ἀθλοφόρε·

ὅθεν προχέεις ἰάματα, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

Ημερομηνία εορτής του Αγίου Μάρτυρα Επαμεινώνδα:10 Απριλίου

Βιογραφία

          Ο Άγιος Επαμεινώνδας καταγόταν από την Καρθαγένη της Β.Αφρικής τη γνωστή Καρχηδόνα (βρίσκεται στην Τυνησία δίπλα στην Τύνιδα και απέναντι τους είναι η Σικελία), έζησε τον 3ο αιώνα μ.Χ και μαρτύρησε το 250 μαζί με τους άλλους 39 νέους μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν ο Τερέντιος, ο Πομπήιος, ο Αφρικανός και ο Μιλτιάδης. Ομολόγησε ότι ήταν χριστιανός και αφού υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια στις φυλακές της ξακουστής πόλης Καρχηδόνας, αποκεφαλίστηκε μαζί με τους υπόλοιπους συνάθλους του. Ερχόμενοι λοιπόν εκείνοι οι αφρικανοί εργάτες στην περιοχή μας στο Λαύριο για να δουλέψουν στα μεταλλεία, πιθανώς ίδρυσαν την παλαιοχριστιανική Βασιλική η οποία βρίσκεται όπως ξέρουμε στο λόφο Νικολή, το ψηφιδωτό δάπεδο της οποίας φυλάσσεται στο αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης μας. Πιθανολογείται δε ότι το όνομα που έδωσαν στην παλαιοχριστιανική εκκλησία ήταν ‘’Άγιος Κυπριανός’’. Ο Άγιος Κυπριανός ήταν επίσκοπος Καρχηδόνας και ίσως μπορούμε να πούμε ότι το όνομα της σημερινής συνοικίας του Λαυρίου ‘’Κυπριανός’’, να προέρχεται από την ανάμνηση εκείνου του Αγίου Κυπριανού τον οποία ακόμη και σήμερα τιμούν στην ενορία της Ευαγγελίστριας, και μάλιστα υπάρχει τεμάχιο ιερού λειψάνου του. Ο συνοικισμός αυτός λοιπόν που είχε δημιουργηθεί χρειαζόταν και κάποιο κοιμητήριο για να γίνονται οι ταφές των χριστιανών, έτσι οι κάτοικοι χρησιμοποίησαν τον χώρο που από τα αρχαία ρωμαϊκά χρόνια λειτουργούσε ως νεκροταφείο, και εκεί έκτισαν ένα μικρό παρεκκλήσιο προς τιμήν του συμπατριώτη Αγίου τους, του Αγίου Επαμεινώνδα. Ο χώρος αυτός του κοιμητηρίου δεν είναι άλλος από τον χώρο όπου βρίσκεται σήμερα ο Ναός μας, ο Ναός της Αγίας Παρασκευής. Αυτό μας το βεβαιώνει μάλιστα και κάποιος ξένος περιηγητής στις αρχές του 19ου αιώνα, που σημειώνει σ’ ένα χάρτη της Λαυρεωτικής (και μάλιστα της περιοχής των εργαστηρίων) τον Ναό του Αγίου Επαμεινώνδα, ακριβώς στη θέση που στεκόμαστε εμείς σήμερα.

 

 2

 

Απολυτίκιον  Ήχος πλ.ά

Καρθαγένης μαρτύρων των τεσσαράκοντα, λαμπρότης Επαμεινώνδα μνήμην την σήν ευλαβώς, εν Λαυρίω εκτελούμεν οι Χριστώνυμοι, ένθα Ναός σου ιερός, ανηγέρθη προ πολλών αιώνων στεφανηφόρε, υπ’ εργάτων σης πατρίδος, φρουρέ και φύλαξ των προσφύγων σου.

Απολυτίκιον Έτερον  Ήχος δ’

Βουλήσει Θεόφρονι και βιοτή αρετής, Χριστόν ομολόγησας εν Καρθαγένη σοφέ, αθλήσας λαμπρότατα, όθεν Επαμεινώνδα, τω χορώ των Μαρτύρων, αξίως και στεφηφόρος ανεδήχθης τριμάκαρ, διο εν παρρησία υπέρ πάντων ικέτευε.

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΦΕΒΟΥΑΡΙΟΥ
Κυριακὴ ΙΖ´ Λουκᾶ (Λουκ. ιε´ 11-32)
(16 Φεβρουαρίου 2020)
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


    Ἡ Παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, ποὺ ἀναγινώσκεται σήμερα, χαρακτηρίστηκε ὡς τὸ «Εὐαγγέλιο τῶν Εὐαγγελίων». Διότι, ἂν ὑποθέσουμε ὅτι χανόταν ὅλη ἡ ὑπόλοιπη διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, θὰ ἦταν ἀρκετὴ καὶ μόνο αὐτὴ ἡ Παραβολή, γιὰ νὰ μᾶς βεβαιώσει ὅτι ὁ Κύριος εἶναι Θεὸς τῆς ἄπειρης ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας. Θὰ ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ περιγράψει τὴν ἱστορία τῆς ἀποστασίας τοῦ κόσμου.
    Ἡ ἱστορία τοῦ νεότερου υἱοῦ ποὺ ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα τὸ μερίδιό του καὶ ἔφυγε μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι σπαταλῶντας τὴν περιουσία του καὶ «ζῶν ἀσώτως», ἀποτυπώνει μὲ τὸν πλεὸν παραστατικὸ τρόπο τὴν τραγωδία τοῦ κάθε ἀνθρώπου ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ παραδίδεται στὰ ἁμαρτωλὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες του. Ἡ ἴδια ἱστορία ὅμως φανερώνει καὶ τὴν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος περιμένει τὴ μετάνοια καὶ τὴν ἐπιστροφὴ κάθε ἁμαρτωλοῦ. Περιμένει καὶ τὴ δική μας μετάνοια...
    Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μείνει ἀσυγκίνητος, ὅταν ἀναλογίζεται τήν πολὺ χαρακτηριστικὴ εἰκόνα τῆς ὑποδοχῆς τοῦ ἀσώτου. Τότε ποὺ ὁ σπλαγχνικὸς πατέρας εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸν ἄσωτο γιό του νὰ ἐπιστρέφει σὲ ἄθλια κατάσταση κι ἔτρεξε, τὸν ἔσφιξε στὴν ἀγκαλιά του καὶ τὸν καταφιλοῦσε μὲ στοργή. «Καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν».
     Πόσο μᾶς συγκινεῖ αὐτὴ ἡ ἀνοιχτὴ ἀγκαλιὰ τοῦ πατέρα!...Τέτοια εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ! Μακροθυμεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ περιμένει τὴν μετάνοιά μας. Μᾶς παρέχει πολλὲς καὶ ποικίλες εὐκαιρίες, γιὰ νὰ διορθωθοῦμε. Κι ὅταν δεῖ τὴν παραμικρὴ κίνηση ἐπιστροφῆς, ἀφήνει νὰ ξεχυθεῖ τὸ ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης Του. Μολονότι φέρουμε ἔντονα τοὺς ρύπους καὶ τὴν δυσωδία τῆς ἁμαρτίας, ὁ σπλαγχνικὸς Πατέρας μας μᾶς ἀγκαλιάζει καὶ μᾶς καταφιλεῖ! Δέχεται τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴ μετάνοιά μας καὶ θυσιάζει τὸ «μόσχο τὸν σιτευτό», γιὰ νὰ μᾶς τὸν προσφέρει στὴν ἱερὴ καὶ πνευματικὴ τράπεζα τῆς Θείας Κοινωνίας. Ὁ Πανάγαθος Θεός μᾶς ἀναγνωρίζει ὡς ἀγαπημένα παιδιά Του καὶ κληρονόμους τῆς Βασιλείας Του. Ἀλήθεια τί ἄλλο ὑπάρχει στὸν κόσμο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ συγκριθεῖ μὲ τὸ ἀξεπέραστο μεγαλεῖο αὐτῶν τῶν δωρεῶν τῆς θεϊκῆς ἀγάπης;...
    Καὶ μόνο τὸ ὄνομα τῆς παραβολῆς —«τοῦ Ἀσώτου»— ἑστιάζει τὴν προσοχή μας στὸ πρόσωπο τοῦ νεότερου γιοῦ, ποὺ ἔγινε ἄσωτος καθὼς ἔφυγε μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ πατέρα.
Ὡστόσο ἀξίζει νὰ προσέξουμε καὶ τὸν ἄλλο γιό. Τὸν πρεσβύτερο υἱὸ τῆς παραβολῆς, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ ζοῦσε μέσα στὸ σπίτι, στὴν οὐσία ἦταν πολὺ μακριά...
    Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἐξωτερικὰ φαινόταν ὡς ὁ πιστὸς γιὸς τοῦ πατέρα καὶ ἀκριβὴς τηρητὴς τῶν ἐντολῶν του. Ὡστόσο τὸ γεγονὸς τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ μικρότερου ἀδελφοῦ του, ἀνέτρεψε τὴν δῆθεν καλή του εἰκόνα. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ἐπέστρεψε ὁ ἄσωτος ἀδελφός του, ἀντὶ νὰ χαρεῖ, ὀργίστηκε καὶ ἀρνήθηκε νὰ λάβει μέρος στὸ πανηγύρι. Μάλιστα μὲ ἐπιθετικὸ τρόπο ξέσπασε ἐναντίον τοῦ πατέρα του. Ἐνῷ ὅμως καυχιόταν γιὰ τὴν τυφλὴ ὑπακοὴ πρὸς τὶς ἐντολὲς τοῦ πατέρα του — «οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον», ἔλεγε — τὴν ἴδια στιγμὴ ἀντιστεκόταν μὲ πεῖσμα ὄχι σὲ ἐντολὴ ἀλλὰ στὴν πατρικὴ παράκληση καὶ προτροπὴ νὰ εἰσέλθει στὸ σπίτι.
    Ἴσως μᾶς ξαφνιάζει τὸ πρωτοφανὲς ξέσπασμα ἐγωϊσμοῦ, ζηλοτυπίας καὶ φθόνου τοῦ μεγαλύτερου υἱοῦ. Δὲν ἀποκλείεται ὅμως κι ἐμεῖς νὰ ζοῦμε συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα σὰν τὸν πρεσβύτερο υἱό. Ἀπὸ μικρὰ παιδιὰ μεγαλώνουμε μέσα στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ Πατέρα, τὴν Ἐκκλησία. Κι ἐπειδή, ἐνδεχομένως, ἀποφεύγουμε σοβαρὲς παρεκτροπὲς καὶ πιστεύουμε ὅτι ἐφαρμόζουμε μὲ ἀκρίβεια τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, εὔκολα διαχωρίζουμε τὴ θέση μας ἀπὸ κάθε ἄσωτο καὶ νομίζουμε ὅτι εἶναι αὐτονόητη ἡ θέση μας στὸν Παράδεισο. Ἔτσι ἐπαναπαυόμαστε καὶ θεωροῦμε περιττὴ γιὰ ἐμᾶς τὴν ἐξομολόγηση, τὴν προσευχή, τὴ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ κ.λπ. «Ἐγὼ τὰ ξέρω αὐτά...», λέμε μὲ κομπασμό. Ἀλλοίμονο! Πόσο πολὺ μπορεῖ νὰ μοιάζουμε μὲ τὸν πρεσβύτερο υἱό...
    Ἂς μὴν ἀφήνουμε νὰ ἀναπτύσσεται στὴν ψυχὴ μᾶς τέτοια ὑψηλὴ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό μας. Ἂς παραδεχθοῦμε ταπεινὰ τὴν ἁμαρτωλότητά μας κι ἂς ἀκολουθήσουμε τὴν ὁδὸ τῆς μετανοίας. Εἴτε μοιάζουμε μὲ τὸ νεότερο εἴτε μὲ τὸν πρεσβύτερο υἱό, ἂς γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕτοιμη νὰ μᾶς ὑποδεχθεῖ· νὰ ὑποδεχθεῖ τὴν ἐπιστροφὴ ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν!